Οι Απόκριες στη Μελιγού τον παλιό καιρό (pics)

Fri, 08/03/2019 - 10:21

Την περίοδο της Αποκριάς του 1971 η Σοφία Ψαρογιάννη του Αναστασίου, δευτεροετής φοιτήτρια της Φιλοσοφικής Πανεπιστημίου Αθηνών στο Φιλολογικό Τμήμα, έγραψε εργασία με τον τίτλο «ΣΥΛΛΟΓΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΥΛΗΣ εκ του χωρίου ΜΕΛΙΓΟΥΣ επαρχίας Κυνουρίας, Νομού Αρκαδίας». Η αυθεντικότητα της καταγραφής εξασφαλίστηκε με την κατά λέξη και σύμφωνα με το τοπικό ιδίωμα αποτύπωση των αφηγήσεων δύο καθαυτό Μελιγιωτών, της θεια-Δημήτρως συζ. Γεωργίου Λαλογιάννη (Λαλογιαννούς) γένους Παναγιώτη Αγριόγιαννη, ετών 67, αγράμματης και του πατέρα τής Σοφίας Αναστασίου. Γ. Ψαρόγιαννη (Ψαρόταση), ετών 53, εγγράμματου.

Δε χρειάζεται να λέμε επιχειρήματα ότι πρόκειται για ντοκουμέντο, αυτό που χρειάζεται είναι να εξάρουμε την επιμέλεια, την προσήλωση στο θέμα, την διαχείριση της ύλης, την ανάδειξη των σημαντικών και την άρτια ταξινόμηση τους από τη Σοφία. Μας λείπει όμως η ίδια γιατί την καρπούται η Ροδιακή γη όπου μόρφωσε την εκεί νεολαία σε μια λαμπρή καριέρα και έκανε την οικογένειά της. Επίσης ας εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας και ας θυμόμαστε ότι χρωστάμε στη μνήμη της ατόφιας Μελιγιώτισας θεια-Δημήτρως και του σοφού μπαρμπα-Τάση.

Γράφει η Σοφία για τις απόκριες στη Μελιγού, κατά τη διήγηση της θεια-Δημήτρως:
«Η βδομάδα από τη μια Κυριακή μέχρι την άλλη, είναι της αποκριάς. Κείντα χρόνια νάβλεπες όλη τη βδομάδα τούτη ντυνόντουσαν μασκαράδες κάθε βράδυ και δεν κοτάγαμε να βγούμε όξω από το σπίτι. Οι άντρες φορήγανε γυναικεία και εμείς αντρίκεια. Τη μπρώτη Κυριακή τη λέμε της κρεατινής και τρώμε κρέας. Η άλλη είναι η τυρινή. Το βράδυ της τυρινής τρώγαμε μακαρόνια σκαστά που τα φτιάχναμε μοναχές μας. Τους ρίχναμε τυρί και βούτυρο και τα τρώγαμε. Μετά ψήναμε κι αυγά στη φωτιά, στη χόβολη. Τα βαίναμε στη σειρά, και ότινος ίδρωνε πρώτο, λέγαμε ότι είναι ο περισσότερο τεμπέλης. Προτού κι από τη μπρώτη απόκρια είναι η Τσικνοπέμπτη, που ψήναμε κρέας για να τσικνίσει, έτσι λέγαμε. Το βράδυ και της πρώτης και της δεύτερης Αποκριάς, ντυνόντουσαν ένα σωρό μασκαράδες και πηγαίνανε από το ένα σπίτι στο άλλο.

Απόκριες Μελιγού

Κάνανε νοήματα με τα χέρια τους, κρατάγανε και κάτι ματσούκια για να βαράνε τα σκυλιά και τους ανθρώπους. Πίνανε κρασί και φεύγανε. Κάμποσοι ήτανε και ζόρικοι. Μια φορά θυμάμαι η συχωρεμένη η μάνα μου τρόμαξε να τους κάνει καλά να φύγουνε. Μετά πηγαίναμε στον αφανό. Παλιότερα ανάβανε δυό – τρεις. Το παιδολόϊ κουβάλαγε κάθε βράδυ κλαριά. Άμα δεν έβρισκαν, κλέβανε κι από τις αυλές του κόσμου. Γύρο – γύρο στον αφανό χορεύανε οι μασκαράδες, τραγούδια όμως λέγανε οι άλλοι απόξω, για να μη μαρτυρηθούνε τούτοι. Καθόμαστε καμπόσο, μετά φεύγαμε, γιατί οι μασκαράδες αρχινάγανε ζούρλιες και παλιοπράμματα.

Τότε είναι και τα δύο ψυχοσάββατα. Βράζουμε σιτάρι, το φτιάχνουμε με σπυριά ρόϊδο, ζάχαρη και σταφίδες. Βάνουμε σένα πιάτο για την εκκλησία και το άλλο το μοιράζουμε στους γειτόνους και τους συγγενείς για να συχωρέσουν τις ψυχές. Γράφουμε τα ονόματα σένα χαρτάκι και πηγαίνουμε μόλις βαρέσει η καμπάνα στην εκκλησία. Ο παπάς διαβάζει τα σιτάρια και τα ονόματα των ψυχών που του δίνουμε στο χαρτί μαζί με το λιβάνι και με ένα μπουκαλάκι λάδι. Μετά μοιράζουμε το διαβασμένο σιτάρι και το τρώμε. Κείντην ημέρα δεν κάνουμε τίποτα – τώρα πού τα κοιτάνε;.. -, ούτε πλέναμε, ούτε τίποτα. Πάμε στο νεκροταφείο και βαίνουμε λιβάνι.

Την καθαροδευτέρα νηστεύουμε, δεν τρώμε ούτε λάδι. Πηγαίνουμε στην εξοχή, χορεύαμε και τραγουδάγαμε. Τάλλο ψυχοσάββατο είναι πέρα των αγιοΘοδώρων. Και τότε πάλι μοιράζουμε σιτάρι για τις ψυχές, που βγήκανε από τον Κάτω Κόσμο.

Απόκριες Μελιγού

Την τελευταία ημέρα του χειμώνα του κουτσοφλέβαρου βγαίνουν τα παιδιά με μεγάλα τροκάνια και παλιοντενεκέδες και βροντάνε για να διώξουν το χειμώνα, και σκούζουνε

“Έμπα Μάρτη και χαρά, έβγα Κουτσοφλέβαρε, τράβα στη γειτόνισσα, φάτης τα σακάλευρα και τα τυρομούτζιθρα”.
Δέναμε στα δάχτυλά μας “Μάρτη” . Το φτιάχναμε από μια κόκκινη και μια άσπρη κλωνά που τις στρίβαμε. Το φοράγαμε για να μη μας κάψει ο ήλιος. Δέναμε και στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού για να μη σκοντάφτουμε. Τονε βγαίναμε τη Λαμπρή και τονε δέναμε στο Λαμπριάτη (σημ: Το σφάγιο του Πάσχα).

Το Μάρτη παιδάκι μου κάνει κρύο, ας είναι άνοιξη. Είναι οι ημέρες της γριάς. Λένε, ότι κάποτε μια γριά, μόλις βγήκε ο Χειμώνας, πήρε ταρνιά της και πήγε στο βουνό. Και δεν είχε ανάγκη το Μάρτη, κι επειδή τον έβρισε και τούειπε “Μπρούτς Μάρτη μου”, τούτος θύμωσε και της έκαψε με πάγο και ταρνιά της και κείνη. Στις εννιά του Μάρτη είναι η γιορτή των Αγιο-σαράντα. Κείντην ημέρα σπέρνουμε το βασιλικό για να κάνει σαράντα φύλλα. Άμα κάνεις σαράντα δουλειές εκείνη την ημέρα, σαράντα θα κάνεις όλο το χρόνο»…

Συμπόσιο Μελιγιωτών

Add new comment

Plain text

  • No HTML tags allowed.
  • Lines and paragraphs break automatically.
  • Web page addresses and email addresses turn into links automatically.
katafigio